Η
ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ
Η τέχνη
είναι καθρέφτης κάθε κοινωνίας από τα
παλιά χρόνια μέχρι σήμερα. Η προβολή κινηματογραφικών ταινιών που κατακρίνουν τα φαινόμενα ρατσισμού και ξενοφοβίας, τη μισαλλοδοξία και τη βία, εμπνέουν το σεβασμό στη "διαφορετικότητα" και στα δικαιώματα των ανθρώπων, ανεξάρτητα από τη φυλή, το φύλο, την εθνική προέλευση, τη θρησκεία, το χρώμα, τις πολιτικές πεποιθήσεις κ.λπ., ευαισθητοποιοούν την κοινή γνώμη αναφορικά με την καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων, αναμφίβολα μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στην αντιμετώπιση του ρατσιστικού φαινομένου. Προτείνονται οι εξής ταινίες
Τέσσερις
φίλοι περνούν τις μέρες τους χασομερώντας και σχολιάζοντας επιτιμητικά τους
μετανάστες που δουλεύουν στην περιοχή, μέχρι την ημέρα που η μητέρα ενός από
αυτούς αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός Αλβανού μετανάστη το χαμένο της γιο.
ΟΝΕΙΡΑ ΣΕ ΑΛΛΗ ΓΛΩΣΣΑ-σκηνοθέτης: Λουκία ΡικάκηΈχει σημασία σε ποιά γλώσσα ονειρεύεται ένα παιδί; Δεν θα έπρεπε, αλλά όταν η ζωή ακολουθεί τη δική της πολυπλοκότητα, τότε και τα όνειρα μιλούν τη δική τους γλώσσα. Γλώσσα με αλήθεια, χιούμορ, πίκρα, απορία, τρυφερότητα, αγάπη. Και τα όνειρα γίνονται τόπος και δύναμη ζωής σε όποια γλώσσα, σε όποια συνθήκη, και αποκαλύπτονται όταν βρουν γόνιμη γη.
Δύο αλβανοί μετανάστες, ο Ισμαήλ και ο Μουρράς, έρχονται στην Αθήνα, ψάχνοντας τη «Γη της επαγγελίας». 1ο Βραβείο ταινίας μυθοπλασίας στο Φεστιβάλ μικρού μήκους Δράμας, 1994.
Η Νατάσσα,
Ρωσίδα μετανάστρια, ψάχνει για μια θέση στον ήλιο της Ελλάδας. 1ο Βραβείο
ταινίας μυθοπλασίας στο Φεστιβάλ μικρού μήκους Δράμας, 2000.
Μέσα από την
ταινία «Μην με φωνάζεις ΞΕΝΟ» δεκαεπτά άνθρωποι που ζουν και εργάζονται στην
Κρήτη από διάφορες χώρες του κόσμου, προσπαθούν να περάσουν ένα μήνυμα: ότι
είναι δίπλα μας, είναι οι γείτονές μας, είναι οι άνθρωποι που βιώνουμε μαζί το
παρόν και αγωνιούμε από κοινού για το μέλλον.
ΤΑ ΜΠΛΕ ΓΥΑΛΙΑ (μικρού μήκους,
σκηνοθέτης: Γιάννης Κουφονίκος & μαθητές του 4ου Δημ. Σχολείου Αλεξάνδρειας
Ημαθίας)Ο Γιώργος
πηγαίνει στο νέο σχολείο του φορώντας τα μπλε γυαλιά του. Δεν ξέρει ότι όλοι
υποστηρίζουν μια ομάδα με μωβ χρώμα. Τα παιδιά παροτρύνουν το Νίκο να του πάρει
τα μπλε γυαλιά. Εκείνος το κάνει και μάλιστα τον απειλεί να μη μιλήσει σε
κανέναν. Τι θα γίνει τελικά; Τη λύση θα δώσουν τα ίδια τα μπλε γυαλιά.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ - σκηνοθέτης:
Κωνσταντίνος Γιάνναρης (1998)
Η άκρη της πόλης είναι το Μενίδι, όσον αφορά την Αθήνα, είναι όμως και το κοινωνικό περιθώριο στο οποίο βρίσκονται οι ήρωες της ταινίας. Οι ήρωες είναι μια παρέα εφήβων Ελληνοπόντιων παλλινοστούντων από το Καζακστάν της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι οποίοι προσπαθούν να ενταχθούν στην ελληνική πραγματικότητα είτε με νόμιμους είτε με παράνομους τρόπους.
Η άκρη της πόλης είναι το Μενίδι, όσον αφορά την Αθήνα, είναι όμως και το κοινωνικό περιθώριο στο οποίο βρίσκονται οι ήρωες της ταινίας. Οι ήρωες είναι μια παρέα εφήβων Ελληνοπόντιων παλλινοστούντων από το Καζακστάν της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι οποίοι προσπαθούν να ενταχθούν στην ελληνική πραγματικότητα είτε με νόμιμους είτε με παράνομους τρόπους.
Η ταινία
εξιστορεί τις δοκιμασίες δύο νέων ανθρώπων που έχουν διαφορετική θρησκεία. Και
επειδή ο ρατσισμός δεν εκφράζεται μόνο σε φυλετικές διακρίσεις, αλλά και σε
θρησκευτικές και σε πολλές άλλες, οι δύο νέοι δέχονται πιέσεις, εκβιασμούς και
απειλές, ο ένας από την οικογένεια του άλλου. Ο νεαρός χριστιανός και η
Μουσουλμάνα αγαπημένη του θέλουν να ζήσουν μαζί, διατηρώντας ο καθένας τη
θρησκεία του. Το κοινωνικό και οικογενειακό τους περιβάλλον όμως αντιδρά βίαια,
υποστηρίζοντας το καθένα τη δική του πίστη.
Η ταινία είναι μια αναδρομή στο παρελθόν, στα παιδικά
χρόνια του ήρωα στην Κωνσταντινούπολη. Αφορμή της αναδρομής αυτής είναι η επικείμενη επίσκεψη του παππού του
από την Πόλη στην Αθήνα, τον οποίο αγαπούσε πολύ και έχει να τον δει από την
ηλικία των επτά ετών. Το ταξίδι αυτό στο παρελθόν τού θυμίζει και τη δεύτερη
αγάπη του, την παιδική του φίλη, που του χόρευε ανατολίτικους χορούς. Η
πολιτική όμως της εποχής εκείνης (1965) επέβαλε την απομάκρυνση από τα
αγαπημένα του πρόσωπα, τη νοσταλγική ανάμνηση της μυρωδιάς, της γεύσης και
γενικά της γλύκας της Κωνσταντινούπολης.
Η αφετηρία
της ταινίας είναι το μεταναστευτικό ρεύμα από την Ελλάδα προς την Αμερική τη
δεκαετία του ’20. Το 1922, 700 κοπέλες από την Ελλάδα, την Τουρκία και τη Ρωσία
αφήνουν πίσω τους τη φτώχια και την πείνα και μ’ ένα νυφικό στο βαλιτσάκι τους
και τη φωτογραφία ενός άγνωστου γαμπρού στο χέρι, ταξιδεύουν στην τρίτη θέση
ενός υπερωκεανίου, για να φτιάξουν τη δική τους οικογένεια στην Αμερική. Η
ταινία θίγει τα θέματα της μικρασιατικής καταστροφής, της οικονομικής
εξαθλίωσης, της εκμετάλλευσης των γυναικών από επιτήδειους και της διασποράς
γενικά. Τα θετικά σημεία, όπως είναι η συντροφικότητα και ο έρωτας, δεν φτάνουν
για να λύσουν τα προβλήματα της μετανάστευσης.
Η απομόνωση,
ο αποκλεισμός και η ανεργία δημιουργούν εκρηκτικές καταστάσεις στα γκέτο των μεγαλουπόλεων
του δυτικού κόσμου. Η ένταση στα μάτια τριών φίλων, που περιπλανώνται σε ένα
υποβαθμισμένο προάστιο του Παρισιού, κάνει τα λόγια περιττά. Το προάστιο
κατοικείται από άνεργους και περιθωριακούς μετανάστες και οι νύχτες περνούν με
συγκρούσεις των κατοίκων και της αστυνομίας. Οι αστυνομικοί δείχνουν το
χειρότερο εαυτό τους και οι κάτοικοι εξεγείρονται εναντίον της ρατσιστικής
αυτής θηριωδίας.
Τα
προβλήματα των μεταναστών γίνονται εντονότερα όταν η εγκατάσταση στην ξένη χώρα
έχει γίνει παράνομα. Οι άθλιες συνθήκες ζωής, τα καταλύματα σε ακατάλληλους
χώρους, η λαθραία εργασία, οι αντίξοες συνθήκες, η ελάχιστη αμοιβή. Ο φόβος και
η ανασφάλεια είναι τα μόνιμα συναισθήματά τους. Η ταινία μιλά για ένα νεαρό
αγόρι, τον Ιγκόρ, που βοηθάει τον πατέρα του στις δουλειές του. Και δουλειά του
είναι η απασχόληση παράνομων μεταναστών. Όταν όμως ένας από τους μετανάστες
σκοτώνεται από λάθος του πατέρα, ο Ιγκόρ αρχίζει να συνειδητοποιεί τη σκληρή
πραγματικότητα μέσα στην οποία ζει.
Η ταινία
επισημαίνει χωρίς την παραμικρή δόση υπερβολής την απίστευτη ευκολία με την
οποία μπορεί κανείς να παρασυρθεί στη «γλύκα» της απολυταρχίας, ακόμη και μέσα
στο άγουρο σχολικό περιβάλλον. Στο πλαίσιο του μαθήματος Πολιτικής Αγωγής, ένας
προοδευτικός γερμανός καθηγητής (και πρώην αναρχικός) συσπειρώνει τους μαθητές
του σε μια κλειστή ομάδα με ιδιαίτερα ιδεολογικά και φυσιογνωμικά
χαρακτηριστικά. Αν και στόχος του καθηγητή (Γιούργκεν Φόγκελ) είναι η έμπρακτη
απόδειξη των βλαβερών συνεπειών της απολυταρχίας, η πειθαρχία, σε συνδυασμό με
την οικειότητα και την επιμέλεια, θα οδηγήσει το σχολικό πείραμα στον όλεθρο.
Το «Κύμα» στηρίχτηκε σε ένα διήγημα του Αμερικανού Γουίλιαμ Ρον Τζόουνς, ο
οποίος κατέγραψε τις προσωπικές εμπειρίες του, γιατί αυτός ήταν ο δάσκαλος που
διεξήγαγε στην πραγματικότητα το παραπάνω πείραμα στις ΗΠΑ, τη δεκαετία του
1960, κατά τη διάρκεια ενός μαθήματος για τον Εθνικό Σοσιαλισμό. Το όλο
εγχείρημα, που θα κρατούσε μόλις μία ημέρα, εξαπλώθηκε ραγδαία σε όλο το
σχολείο, όσοι είχαν αντίθετη άποψη γνώριζαν έναν άτυπο αποκλεισμό, τα μέλη της
αρχικής ομάδας (ονόματι «Τρίτο κύμα», όπως λέμε «Τρίτο Ράιχ») άρχιζαν να
κατασκοπεύουν το ένα το άλλο και όσοι αρνούνταν να συμμορφωθούν έπεφταν θύματα
βίας. Για αρκετά χρόνια, οι λεπτομέρειες του πειράματος έμεναν κρυφές. Ωστόσο,
το 1972, ο Τζόουνς δημοσίευσε ένα διήγημα όπου περιέγραφε ορισμένες
λεπτομέρειες του πειράματος και αργότερα ο γερμανός συγγραφέας Τοντ Στράσερ, με
το ψευδώνυμο Μόρτον Ρου, έγραψε το μυθιστόρημα «Το κύμα», βασισμένο στη διήγηση
του Τζόουνς.
Ο Marcel
Marx είναι ένας μποέμ τύπος που κάποτε φιλοδοξούσε να πιάσει την καλή ως
συγγραφέας στο Παρίσι. Πλέον όμως έχει αποτραβηχτεί στη Χάβρη, το δεύτερο πιο
πολυσύχναστο λιμάνι της Γαλλίας. Εκεί περνά τις μέρες του καθαρίζοντας
παπούτσια των περαστικών, ενώ τα απογεύματα συχνάζει στο αγαπημένο του μπαρ και
φροντίζει την Arletty τη βαριά άρρωστη σύζυγό του. Ο Marcel θα συναντήσει
τυχαία τον Idrissa, ένα ανήλικό αγόρι από την Αφρική που έχει φτάσει στη Χάβρη
λαθραία και το αναζητά η αστυνομία. Ο ηλικιωμένος άνδρας θα βοηθήσει το νεαρό
αγόρι και αποφασίζει να το πάρει μαζί του σπίτι... ακόμα κι αν χρειαστεί να
υποστεί τις συνέπειες των πράξεών του.
ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΓΛΙΑ - Σκηνοθεσία:
Σέιν Μίντοους (2006)
«Κάποιοι μας
αποκαλούν ρατσιστές» ακούμε να λέει ο αρχηγός των νεοναζιστών της ταινίας «Αυτή
είναι η Αγγλία». «Δεν είμαστε ναζιστές. Είμαστε ρεαλιστές. Δεν είμαστε
ναζιστές. Όχι, αυτό που είμαστε είναι εθνικιστές. Και υπάρχει κάποιος λόγος που
ο κόσμος προσπαθεί να μας στιγματίσει. Και αυτός ο λόγος, κύριοι, συνοψίζεται
σε μία λέξη: "φόβος"». Με το «Αυτή είναι η Αγγλία», ο Βρετανός
Μίντοους αποπειράθηκε μια «επιστροφή» στο Νότινγκχαμ των αρχών των 80s και
συνάμα μια αναδρομή στο φαινόμενο των σκίνχεντ, μέλος των οποίων υπήρξε και ο
ίδιος. Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι ο 12χρονος Σον (Τόμας Τέργκουζ) ο
οποίος, έχοντας χάσει τον πατέρα του στον πόλεμο των Φόκλαντ, περιθωριοποιείται
αναζητώντας διέξοδο (και οικογένεια) μέσα από την αντίδραση και τον ρατσισμό.
Το ταξίδι του Σον αποτυπώνεται με την ακρίβεια του ανθρώπου που γνωρίζει σε
βάθος το θέμα. Η ταινία απέσπασε το BAFTA καλύτερης βρετανικής παραγωγής, ενώ
αργότερα υπήρξε πιλότος τηλεοπτικής σειράς.
(Καστ: Τσάρλι
Τσάπλιν, Πολέτ Γκοντάρ, Τζακ Όκι, Μπίλι Γκίλμπερτ)
Συνήθως η
ιστορία χρειάζεται απόσταση για να αποφανθεί σωστά. Πόσο παράξενο είναι λοιπόν
το γεγονός ότι η σπουδαιότερη αντι-φασισιστική ταινία όλων των εποχών γυρίστηκε
στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και παραμένει σπαραξικάρδια επίκαιρη μέχρι
και σήμερα.
Στον Α’
Παγκόσμιο Πόλεμο, ένας εβραίος κουρέας (Τσάρλι Τσάπλιν) τραυματίζεται
πολεμώντας για το φανταστικό έθνος της Τομανία και μένει χρόνια σε ένα
νοσοκομείο βετεράνων. Όταν επιστρέφει σπίτι, πολλά έχουν αλλάξει: Ο Αντενόιντ
Χίνκελ (επίσης, ο Τσάπλιν) έχει αποκτήσει απόλυτη δύναμη και έχει μετατρέψει
την Τομανία σε μια αντισημιτική μηχανή πολέμου. Ενώ υπερασπίζεται το κουρείο
του από μια επίθεση, ο κουρέας συναντά την όμορφη Χάνα (Πολέτ Γκοντάρ) και
γίνεται ακούσια ο ήρωας του κινήματος αντίστασης που αναπτύσσεται στο γκέτο.
Στο μεταξύ, ο Χίνκελ σχεδιάζει να κατακτήσει το γειτονικό έθνος του Ότσερλιχ
και να γίνει Παγκόσμιος Αυτοκράτορας. Λόγω της ομοιότητάς τους, οι δυνάμεις της
Τομανίας μπερδεύουν τον κουρέα με τον τυραννικό Χίνκελ, γεγονός που οδηγεί τον
εβραίο κουρέα να απονείμει δικαιοσύνη απευθύνοντας στους πολίτες μία από τις
πιο συγκινητικές ομιλίες που έχουν αποτυπωθεί σε φιλμ.
Στην πρώτη
μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη παρακολουθούμε τις περιπέτειες μιας ομάδας
αντιστασιακών εναντίον των ναζιστών στη Ρώμη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Πρόκειται για μια ταινία-σταθμό στην ιστορία του κινηματογράφου, γυρισμένη
αμέσως μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Φιλμ μανιφέστο και ορόσημο του
νεορεαλισμού, με εκπληκτικές ερμηνείες.
Δρομπούρας Γιάννης














